ανώνυμος


ανώνυμος
[анонимос] εκ. анонимный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανώνυμος" в других словарях:

  • ἀνώνυμος — without name masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανώνυμος — η, ο (Α ἀνώνυμος, ον) 1. ο χωρίς όνομα 2. αυτός που δεν φέρει υπογραφή («ἀνώνυμη καταγγελία», «ἀνώνυμος μήνυσις», Λυσίας) νεοελλ. αυτός που δεν αναφέρεται σε ορισμένο πρόσωπο αρχ. 1. ανείπωτος, απερίγραπτος 2. αυτός που δεν πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • ανώνυμος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει όνομα: Το ανώνυμο πλήθος συχνά ενεργεί τυφλά. 2. αυτός που κρύβει το όνομά του: Ο δωρητής θέλει να μείνει ανώνυμος. 3. αυτό που δεν έχει το όνομα εκείνου που το έγραψε: Η «Eλληνική Νομαρχία» είναι έργο ανώνυμου. 4.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ανώνυμος ο Έλλην — Ψευδώνυμο του συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας. Πολλές εικασίες έχουν γίνει για το αληθινό όνομα του συγγραφέα. Ο Ν. Τωμαδάκης, για παράδειγμα, θεωρεί συγγραφέα του τον Σπάχο, ο Γ. Βαλέτας τον Πασχάλη Δονά και άλλοι τον Ιωάννη Κωλέττη …   Dictionary of Greek

  • ἀνωνυμώτερον — ἀνώνυμος without name masc acc comp sg ἀνώνυμος without name neut nom/voc/acc comp sg ἀνώνυμος without name adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνωνύμως — ἀνώνυμος without name adverbial ἀνώνυμος without name masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνώνυμον — ἀνώνυμος without name masc/fem acc sg ἀνώνυμος without name neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παναιτίου, ζωγράφος του- — Ανώνυμος αγγειογράφος του αυστηρού ερυθρόμορφου ρυθμού, τα έργα του οποίου έχουν μεν την υπογραφή του περίφημου αγγειογράφου Ευφρόνιου (500 460 π.Χ.), αλλά η αγγειογραφία τους αποδίδεται σε αυτόν, θεωρείται βοηθός του Ευφρόνιου, που εκτός από την …   Dictionary of Greek

  • ἀνωνυμώτεροι — ἀνώνυμος without name masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνωνυμώτερος — ἀνώνυμος without name masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)